ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ "ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΕΒΙΘΟΠΟΥΛΟΣ" ΜΕ ΣΕΙΡΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ, ΕΚΘΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ ΤΙΜΑ ΤΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΞΕΣΗΚΩΜΟΥ

200   Χ Ρ Ο Ν Ι Α

Η ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΑ ΜΑΣ ΕΜΨΥΧΩΝΕΙ ΜΑΣ ΕΜΠΝΕΕΙ ΚΑΙ ΜΑΣ ΕΝΩΝΕΙ


ΚΑΠΟΙΑ ΧΑΡΑΥΓΗ



Δρόμος φωτεινός ανοίγει
τόσος κόσμος δεν επνίγη
τόσος κόσμος δεν εσφάγη
σε στεριές και σε πελάγη
για να προσκυνά σφαγείς
και τους δήμιους όπου γης.


Τέτοιος ποταμός αιμάτων
δε θα πάει στα χαμένα
δε θα μείνουν ξεχασμένα
τόσα μνήματα θυμάτων


Τόσοι βόγγοι, τόσοι θρήνοι
δε θα σβήσουν στο κενό
αλλά κάποια χαραυγή
θα γινούνε μια κραυγή
που θα σείσει έως πέρα το μεγάλο ουρανό
και σε ενός αιθέρα νέου τη γαλάζια ξαστεριά,
θα αλλαλάζει: ζήτω, ζήτω των Ελλήνων λευτεριά


Άλλο μη τους προσκυνάτε
και ποτέ μη λησμονάτε
πως κι οι μικροί αν σηκώσουνε κεφάλι
τότε γίνονται μεγάλοι.


ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ

Επιμέλεια προσαρμογής Δήμος Λεβιθόπουλος

(Το ποίημα αυτό, προσευχή και εμβατήριο για κάθε αγωνιζόμενο υπέρ της ελευθερίας, ο μεγάλος ποιητής το έγραψε τον Ιούλιο του 1918, ενώ εμαίνετο ακόμα ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος.
Τον τελευταίο στίχο μάλιστα, τον δανειστήκαμε για την παρούσα περίσταση από άλλο ποίημά του, του 1913, στο οποίο κατακεραυνώνει ξένους για την στάση τους έναντι της Ελλάδος.
Ασχέτως με ποια αφορμή εγράφτηκαν, οι στίχοι αυτοί η αιτία είναι πάντα η ίδια και το νόημά τους αιώνιο. Το ίδιο και το μεγαλείο τους. Και η ιερότητά τους)







ΑΥΤΗ Η ΣΤΑΧΤΗ ΕΧΕΙ ΨΥΧΗ



Απ' τη στάχτη
βγάζει τ'άχτι


Σπίθα η οργή
σκίζει τη γη.


Μια αποκοτιά
η σπίθα φωτιά


απλώνει τρανή
κι ό,τι γενεί.


Λιώνει τ'ατσάλι
άγρια πάλη


Τύραννου θέα
η φλόγα ρομφαία.


Λόγοι και όρκοι;
άτιμο ξόρκι


Φωνή κι αντάρα;
η κατάρα, κατάρα...


Αν ρέει το αίμα
κόκκινο ρέμα


το χώμα ποτίσει
η γη να μεθύσει


Το δένδρο θ'ανθίσει
και θα καρπίσει.


Θεού φωνή
που αναφωνεί


εμπρός παιδιά
φωτιά στη φωτιά.


Με λάβας θωριά
ορμούν σα θεριά


Όρμα ψυχή
βάρα καρδιά


Χαίρε ώ Χαίρε Λευτεριά!


Απ' τα αποκαϊδια
την τέφρα την ίδια


ξεπηδά η ελπίδα
πύρινη λεπίδα


σπίθα, φλόγα, φωτιά
λαίλαπα, πυρκαγιά


λάβα, καμίνι
πέτρα μη μείνει


Σα σαϊτα κεραυνού
τα σπλάχνα σκίζει τ'ουρανού


παίρνει το νου
λεβέντη τρανού


Στην ιερή σκύβει πηγή
νερό του ήλιου για να πιει


σπάζει τη μαύρη σιδεριά
που μας έδεν' η σκλαβιά.


Ανάσα αδέρφια ξαστεριά
Χαίρε ώ Χαίρε Λευτεριά!


Δήμος Λεβιθόπουλος






ΚΑΗΜΕΝΗ ΕΛΛΑΔΟΥΛΑ



Κλαις κόρη, απαρηγόρητη, σπαράζεις δόλια
στο δρόμο πεταμένη, μες σε νεκρούς και βόλια,
μισή γυμνή, κουρελιασμένη γοερά θρήνεις
το θάνατο μ' απόγνωση σωτήρα αναφωνείς
πάνω σου το χνώτο αχνίζει ακόμη του τούρκου
σαν του πιο βρώμικου στην οικουμένη βούρκου
του βάρβαρου του χτήνους σε μιαίνει η οσμή
άμοιρη όλα ταχασες και βιος κι αδέλφια και τιμή
πως εκατάντησες αρχοντοπούλα συ αλλοτινή
Ώσπου ένας φράγκος ευγενής, περαστικός
σου λέει ξενικά, με στόμφο εκστατικός
"καημένη έλα δούλα"
κι εσύ άλλο λογίζοντας, μέσα στη φρίκη
ότι επιτέλους, σ' εσπλαγχνίστη η θεία δίκη
σιωπηλή, δίχως κουβέντα να του πεις
σηκώνεσαι αργά και τον ακολουθείς.

Από τη συλλογή: "ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΦΟΙΝΙΚΑ"